εὔχεο

εὔχεο
εὔχομαι
pray
imperf ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic)
εὔχομαι
pray
pres imperat mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic)
εὔχομαι
pray
imperf ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • εὔχε' — εὔχει , εὔχομαι pray pres ind mp 2nd sg εὔχεο , εὔχομαι pray imperf ind mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) εὔχεο , εὔχομαι pray pres imperat mp 2nd sg (epic doric ionic aeolic) εὔχεαι , εὔχομαι pray pres ind mp 2nd sg (epic ionic) εὔχεο ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κλυτότοξος — κλυτότοξος, ον (Α) ονομαστός για το τόξο του, ένδοξος τοξότης («εὔχεο δ Ἀπόλλωνι λυκηγενέι, κλυτοτόξω», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κλυτός + τοξος (< τόξον), πρβλ. αργυρό τοξος, χρυσό τοξος] …   Dictionary of Greek

  • λυκηγενής — Προσωνυμία του Απόλλωνα ως προστάτη και εθνικού θεού του ηγεμόνα της Λυκίας, Λυκάονα Πάνδαρου, ο οποίος είχε βοηθήσει τους Τρώες. * * * λυκηγενής, ές (Α) (το αρσ. ως κύριο όν.) ὁ Λυκηγενής προσωνυμία τού Απόλλωνος, ως θεού τού φωτός ή, κατ άλλους …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”